Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2011

18 ώρες


Τώρα έχω ένα σπίτι. Μια στοίβα άπλυτα στο νεροχύτη μου. Απλωμένα ρούχα στο σαλόνι μου. Μια βιβλιοθήκη ολοδική μου που σιγά σιγά γεμίζει με βιβλία.
Μπορώ να βγαίνω τα μεσάνυχτα και να γυρίζω το πρωί. Μπορώ να τρώω επί μέρες μπαγιάτικο κέικ και να ζω με coca cola. Μπορώ να μαλώνω στις δημόσιες υπηρεσίες, να μαζεύω δικαιολογητικά και  αποδείξεις και να ξεχνάω απλήρωτο το νερό.
Τώρα έχω μιαθέση σε αμφιθέατρο. Τώρα μπορώ να κόβομαι στις εξετάσεις μου και μετά να πηγαίνω για καφέ, χαλαρά. Η τρίτη λυκείου τελείωσε, μωρό μου, τελείωσε ο εφιάλτης που πρέπει να περάσεις για να σιχαθείς την ώρα και τη στιγμή που έπιασες πρώτη φορά στιλό και έγραψες στον τοίχο του σπιτιού σου. Τελείωσε η παλιά παράνοια, ετοιμάσου ρε συ για καινούργια. Τελείωσε, για μένα καλά.
Τι ασυνάρτητη βλακεία, τι τρομερά ΗΛΙΘΙΑ χρονιά.
Δεν το αναλύω, δε θέλω ούτε να το σκέφτομαι.
Κι όσοι λένε «για μένα ήταν οκ η χρονιά, αν για σένα δεν ήταν κάτι θα έκανες λάθος»
«έλα μωρέ, υπερβάλλεις»
Και τα λοιπά…
Ας θυμηθούν απλά πόσες φορές βάλανε τα κλάματα το βράδυ, για κείνο το γαμημένο το κομματάκι που δεν μπορούσαν να πουν κατά λέξη.
Και ας σκεφτούνε καλά: ΤΟ ΑΞΙΖΕ;;
Το ξυπνητήρι μου έχει καιρό να ρυθμιστεί για τις τέσσερεις το πρωί.
Κι ας ήταν περίεργο που δεν είχα μάθημα την 28η φέτος.

Σιγά σιγά αρχίζω να περνώ στο παρακάτω.
Και με τρομάζει λίγο που αρχίζω και αναπολώ
… καταλαβαίνω εκ των υστέρων την επίδραση του παράγοντα «ΤΥΧΗ»
Γιατί όλα στη ζωή είναι έτσι,
ένα πολλαπλής που έκανες λάθος,
μια δύσκολη άσκηση που έλυσες σωστά.
Βγαίνει ένα νούμερο και λες: εγώ είμαι!  Ο κύριος 16.208 ή η κυρία 18.888.
Νομίζεις ότι αντικατοπτρίζεσαι σε 6Χ3=18 ώρες εξετάσεων; Γελοίε.
Πόσο ενήλικος μου μοιάζεις!

Τετάρτη, 10 Αυγούστου 2011

Η ιστορία που ξέβαψε


Η απόφαση του κυρίου Μαξφλιντ ήταν πια γνωστή σε όλους. Κι εκείνος, με την αστεία πορτοκαλί φόρμα του και τις ψηλές του γαλότσες ούτε σε θέση ήταν ούτε κι είχε καμιά διάθεση να μην συμμορφωθεί. Οι υπάλληλοι στο τμήμα ελέγχου έπρεπε πλέον να βρίσκονται στα πόστα τους στις εννέα ακριβώς. Θα έπρεπε να δουλεύουν συνεχώς ως τις ένδεκα’ μετά ακολουθούσε το μεγάλο διάλειμμα των επτά ολόκληρων λεπτών. Ύστερα έπρεπε να συνεχίσουν απερίσπαστοι έως τις δώδεκα και μετά μπορούσαν να σταματήσουν για πέντε λεπτά κάθε ώρα, αλλά όχι πάνω από τρεις φορές τη μέρα, έως τις πέντε που τελείωναν. Ήταν απλό και όπως φρόντιζε να τους υπενθυμίζει ο ίδιος ο κύριος Μαξφλιντ στις Γενικές Συνελεύσεις ήταν «ένα σύστημα αποδοτικό με σεβασμό στα δικαιώματα του εργαζόμενου».
Οι Γενικές Συνελεύσεις. Εκείνη η γελοία αν όχι τραγική «νίκη του συνδικάτου Εργαζομένων Στο Τμήμα Ελέγχου». Γινόταν μια φορά το μήνα παρουσία όλων των εργαζομένων του τμήματος, εκπροσώπων της μισθοδοσίας και –φυσικά- των συνδικάτων, κρατούσε περίπου δέκα λεπτά και στην ουσία ήταν απλώς ένας τρόπος να ενημερώνονται όλοι για τις αποφάσεις του κυρίου Μαξφλιντ. Συνήθως ερχόταν καθυστερημένος, μαζί με τον γενικό γραμματέα του συνδικάτου, διάβαζε βιαστικά μέσα από τα δόντια του δεκαπέντε, είκοσι σειρές γεμάτες παρατονισμούς και παραλείποντας λέξεις και ύστερα, πριν προλάβουν να καταλάβουν τι ακριβώς τους έχει ανακοινώσει, έκανε μια γρήγορη αναφορά στο σεβασμό και τη φροντίδα με την οποία το εργοστάσιο αντιμετώπιζε τους εργαζόμενους, ακριβώς έλεγε όπως όφειλαν κι εκείνοι να αντιμετωπίζουν το εργοστάσιο.
Όταν διαλύονταν η συνέλευση, κι οι Πρόεδροι και οι Διευθυντές άφηναν βαθιές χαραγματιές στο χωματόδρομο με τα ακριβά τους αυτοκίνητα, εκείνος επέστρεφε σπίτι ακολουθώντας τα  στενοσόκαγα της οδού Λεόντ, με τα χέρια στις τσέπες και τα κορδόνια λυτά. Πέταγε τα μακαρόνια σε λίγο νερό, τα παρατηρούσε να βράζουν, έκανε ένα πρόχειρο, χλιαρό μπάνιο, έβλεπε τηλεόραση. Σημείωνε στο μπλοκάκι που χε κολλημένο στο ντουλαπάκι της κουζίνας να μην ξεχάσει τα ψώνια που ούτως ή άλλως δε θα έμπαινε ποτέ στον κόπο να αγοράσει. Κοιμόταν, με το ένα πόδι του να αρνείται να μπει κάτω απ’ την κουβέρτα και το άλλο να εξέχει, να πατά για σιγουριά το δάπεδο.  
Μια Τρίτη, δούλευε σε βάρδια βραδινή. Δεν το πολυήθελε να δουλεύει αργά και αν ήταν να διαλέξει θα δούλευε όσο γίνεται πιο πρωί. Όμως το πόστο του δεν ήτανε να φτιάχνει τα προγράμματα, ούτε να καθορίζει τις βάρδιες, ούτε και φυσικά να έχει άποψη. Το πόστο του, για καλή του τύχη, ήταν αρκετά πιο απλό: έπρεπε να πιάνει ένα-ένα τα κομμάτια που περνούσαν μπροστά του, να τα επεξεργάζεται κόντρα στο φως, να τα τεντώνει, να τα τσαλακώνει κι αν πια δεν έφερναν κανένα ορατό ελάττωμα  να τα δοκιμάζει, ανάλογα με το μέγεθος, στο κατάλληλο πρόπλασμα που είχε μπροστά του. Αν πάλι έφεραν κάποιου είδους σφάλμα κατασκευαστικό, έπρεπε να τα στέλνει πάλι πίσω, στο τμήμα «Επιδιόρθωσης και Διαχείρισης Ελαττωματικών Προϊόντων» στο δεύτερο τομέα, στον τρίτο όροφο.
Δεν ήταν όλα τα κομμάτια, αλλοίμονο, σωστά. Άλλα είχανε σκισμένα πλαϊνά, άλλα είχαν ταξινομηθεί σε λάθος νούμερο, σε άλλα είχανε φύγει τα κουμπώματα. Κάποια ήθελαν απλώς ένα μερεμετάκι, ένα γαζί εδώ, μια σταυροβελονιά και σε λίγο ξαναέφταναν στα χέρια του, σαν καινούργια. Κάποια άλλα ήθελαν περισσότερη δουλειά, κάποια ίσως πετιόταν κατευθείαν’ και οι μηχανές ακόμη δεν μπορούσαν να διορθώσουνε κάθε κακοτεχνία. Μερικά κομμάτια ήτανε γραφτό να έχουνε άδοξη κατάληξη, να μη στολίσουνε καμιά ιστορία.
 
Έπιασε με το χέρι του το επόμενο. Το κοίταξε –όπως έπρεπε- προσεκτικά στο φως. Περιεργάστηκε τις άκρες του, το ζωντανό του χρώμα. Το δοκίμασε στο πρόπλασμα. Ήταν καλό. Το άφησε πάνω στον ιμάντα. Άκουσε ένα θόρυβο, τινάχτηκε, θυμήθηκε ότι είναι κι άλλοι στο εργοστάσιο, θα τον φώναζαν αν ήταν κάτι σοβαρό, προσπάθησε να ηρεμίσει, συνέχισε. Ήξερε ότι το πόσα κομμάτια θα περνούσαν σε μια βάρδια από τα χέρια του, πρώτα θα το μάθαινε το εργοστάσιο και ο κύριος Μαξφλιντ και μετά αυτός. Επιτάχυνε λίγο- έπρεπε να κρατά το ρυθμό. Το μεγάλο διάλλειμα των επτά λεπτών δεν αργούσε άλλωστε πολύ.
Έκανε υπομονή, η ώρα περνούσε αργότερα του φαίνονταν τα βράδια. Εκμεταλλεύτηκε πέντε λεπτά στο τέλος μιας ώρας για να τον χτυπήσει λίγο ο αέρας. Ξαναγύρισε χωρίς να βιάζεται, ένιωθε λίγο πιεσμένος σήμερα, λίγο αργός, λίγο σαν άρρωστος.
 Δεν ήθελε πολύ ακόμη για να τελειώσει τη βάρδια του: αναστέναξε ένα μασημένο «επιτέλους».  Πήρε στα χέρια του το τελευταίο κομμάτι. Ήταν ελαττωματικό: το  χρώμα του ήταν πολύ πιο ανοιχτό από το επιθυμητό πορφυρό. Το πέταξε αμέσως στο κουτί με τα υπόλοιπα. Μόλις το ρολόι στον απέναντι του τοίχο έδειξε ακριβώς, πήρε το χαρτόκουτο αγκαλιά και έκανε να φύγει. Έπρεπε να το παραδώσει πρώτα στον τρίτο όροφο, στο κατάλληλο τμήμα. Μετά θα ήταν ελεύθερος να πάει σπίτι.
Καθώς έψαχνε ήδη την πόρτα, με την άκρη του ματιού του είδε μια ξεβαμμένη γωνίτσα να εξέχει κάτω από τον πάγκο που δούλευε. Άφησε κάτω το κουτί και πήγε να το μαζέψει, βρίζοντας για τη βιασύνη του. Το ελαττωματικό κομμάτι του χε γλιστρήσει ίσως από τα χέρια, χωρίς ποτέ να μπει στο κουτί. Το είδε εκεί κάτω, μέσα στα τόσα βρώμικα ρετάλια. Του φάνηκε όμορφη η εικόνα. Είχε καιρό να δει κάτι όμορφο.
Έκανε να το βάλει στο κουτί, μα δεν του πήγαινε η καρδιά. Σκέφτηκε να το θάψει μέσα στα ρετάλια, πίσω από τη μηχανή ή τις κούκλες δοκιμών, τα «προπλάσματα» όπως επέμενε ο κύριος Μαξφλιντ. Θα το έβλεπε κάθε πρωί, να του φτιάχνει τη μέρα –λες και περνούσαν λίγα από τα χέρια του-. Αλλά αφού λίγα δεν περνούσαν, και μάλιστα σωστά βαμμένα και διόλου ελαττωματικά, μήπως θα έλλειπε αυτό, το ξεβαμμένο σε κανέναν αν…;
Κοίταξε γύρω του καλά, το ΄ξερε πως δεν ερχόταν κανείς, αλλά έτσι ένιωθε πως έπρεπε να κάνει και ύστερα, το δίπλωσε καλά και το ΄­­χωσε όπως όπως κάτω από την πορτοκαλί του φόρμα. Γύρισε, πήρε το κουτί, το πήγε όπου έπρεπε να το πάει, έφυγε, πέρασε την οδό Λεόντ και έφτασε, επιτέλους, στο σπίτι του. Σκέφτηκε λίγο τι θα γινόταν αν τον έπιαναν αν τάχα ήταν δηλωμένα σε καμιά καταμέτρηση –τις φωνές του κυρίου Μαξφλιντ, τα κακόβουλα σχόλια των συναδέρφων του, τη ντροπή. Δεν είχε όρεξη να φάει, δεν έβαλε καν να βράσει τα μακαρόνια.  Άνοιξε λίγο την τηλεόραση, αλλά δεν τα κατάφερε να ξεχαστεί.
Φορούσε ακόμη τη φόρμα. Γλίστρησε το χέρι του, σα να ‘καιγε το ύφασμα. Το βρήκε, το ξεδίπλωσε σχεδόν λατρευτικά. Χάιδεψε λιγάκι τις σατέν λεπτομέρειες. Ύστερα, άρπαξε ένα μαξιλάρι, τ’ ακούμπησε στα γόνατα. Με τα χέρια του, τα σταθερά του χέρια, τώρα να τρέμουν σαν άγουρου εφήβου, πήρε να κουμπώσει πάνω σ’ αυτό το ροζ σουτιέν. Το μαξιλάρι του ήταν εκατό τοις εκατό βαμβακερό, θα κρατούσε το δίχως άλλο, χωρίς να φθείρεται, για χρόνια. Του φάνηκε όμορφη εικόνα. 

Τρίτη, 26 Ιουλίου 2011

Una lucertola con la pelle di donna


Η νύχτα στέκει μουσκεμένη μέσα στου ποταμιού τις όχθες
Μπαίνει μες το σπίτι και είναι κατακόκκινη, κοιτά σα να χει χαθεί. «Τι έχεις για πλύσιμο;» μου απευθύνεται. «Εμ, δεν ξέρω, δες». Δεν αρκεί. Πιάνει την πιατοθήκη, μου πετάει τα πιάτα στο νεροχύτη βιαστικά και δεν τολμώ να πω κουβέντα. «Μαλάκες!» φωνάζει καθώς τρίβει με ένα σκισμένο βετέξ το ξεβαμμένο μέταλλο. «Μαλάκες» και την πιάνουν τα κλάματα, συμφωνώ σιωπηλά και το βουλώνω.

και στα στήθια της Λολίτας από έρωτα πεθαίνουν τα κλαριά
«Τι τους ενοχλεί;» λέει, κλαίει και τρίβει ταυτόχρονα. Είναι σουρεαλιστικό αν το δεις καθαρά. Βουλιάζω στην πρώτη καρέκλα που βρήκα.
«Έγινε κάτι; Τι σου είπαν;» χαζές εισαγωγές και άσκοπα ερωτηματικά. Δεν απαντά και το περίμενα. Το Δεύτερο παίζει Λόρκα, έξω έχει ένα μεγάλο ήλιο, στο μέσα δωμάτιο είναι όλοι μαζεμένοι πάνω από ένα ανούσιο επιτραπέζιο. Τα στήθια της ανεβοκατεβαίνουν γρήγορα. Το σφουγγάρι χτυπά δυνατά στον τοίχο.
«Έχω κάνει πολλά… και τα πληρώνω μόνη μου. Τολμάν και μιλάνε! Λένε: βγήκε. Γιατί βγήκε; Πουτάνα! Δε βγήκε; Γιατί δε βγήκε; Τι, δεν καταδέχεται; Να σου πω κάτι; Καλύτερα να πηδιόμουνα με ό,τι κινείται, κολυμπάει, σέρνεται! Τότε θα το καταλάβαιναν! Τότε θα ‘μουν περίπτωση απλή! Αλλά τώρα πηδιέμαι επιλεκτικά! Μεγάλο πρόβλημα αυτό.» Στο ράδιο, η φωνή φώναζε για κάτι κλαριά που έσπαγαν από έρωτα και κείνη μου ζητούσε λίγη χλωρίνη και έμπαινε με φόρα στο μπάνιο.

Γυμνή η νύχτα τραγουδάει πάνω στου Μάρτη τα γιοφύρια
Η μυρωδιά της χλωρίνης φτάνει στα ρουθούνια μου και αρχίζω να ρουφάω βαθιά, να νιώθω την τοξική της κολόνια να μου χαλάει το στομάχι. «Έμενα ας έρθουν να μου πουν… να πουν ό,τι θέλουν… εμένα ας μου ‘πουνε, να πουν και κακό. Από το παιδί όμως μακριά! Μακριά. Γίνομαι σκύλα. Σκύλα, για τον μικρό!». Ο Νίκος πάει να περάσει μπροστά της. Τσατίζεται, του φωνάζει. Βρίζει μέσα στην αρσενική του υπόσταση τα κακώς κείμενα ενός ολόκληρου κόσμου.

Λούζει η Λολίτα το κορμί της με νάρδους και γλυφό νερό
Ένα ανυπόταχτο ποτήρι γλιστρά απότομα και τη γεμίζει νερά. «Στο διάολο και συ και η Λολίτα σου, μαλάκα!». Πάνω που είχε μαλακώσει, μου ξαναβάζει τα κλάματα. Αχ, βρε Λόρκα και συ και τα κλαριά σου!

Η νύχτα, από πιοτό και ασήμι λάμπει ανάμεσ' απ' τις στέγες
«Ρε, ρε συ, το μεγάλωσα με αξιοπρέπεια το μικρό…» Μερικές φορές οι στέγες που το φεγγάρι λάμπει ανάμεσα τους τα βράδια του χειμώνα, ο αέρας που ξεχαρβαλώνει τον τσίγκο της σκεπής, το δέντρο που φυτρώνει στο σαλόνι σου, κάνουν την αξιοπρέπεια να ακούγεται ανέκδοτο, ιδιαίτερα κρύο σαν πιάνουν οι βοριάδες του Δεκέμβρη.

Ασήμι από ρυάκια και καθρέφτες απ' τ' άσπρα πόδια σου πιοτό
«Τελικά ο κόσμος ρε συ είναι πολύ κακός…» Επιλεκτικά πηδήματα, άσπρα πόδια, μαύροι άνθρωποι και μπερδεμένες ιστορίες.
«Πολύ κακός!»

«Μήπως έχεις κάτι άλλο για καθάρισμα;»


Υ.γ. Στην εδώ-μέσα ζωή πολλά πράγματα έρχονται εύκολα. Η επικοινωνία, η ανταλλαγή ιδεών, οι παράνομα «κατεβασμένες» ταινίες, η μουσική, ο έρωτας, το έγκλημα, η διαστροφή. Στην εκεί-όμως-έξω-ζωή συνήθως η χαρά έρχεται με διαλείμματα και οι μαλακίες πληρώνονται γρήγορα –και καμιά φορά με αίμα.
Γι’ αυτό, στην εκεί-έξω-ζωή τις ανύπαντρες μητέρες να τις αγαπάτε και λίγο. Στην τελική, αν δεν μπορείτε να βοηθήσετε, τουλάχιστον κρατήστε το στόμα σας κλειστό.






 
Κι από όσα ακούσανε τα αυτιά μου κι όσα θάφτηκαν στο χρόνο
την τελευταία εικόνα εγώ κρατάω μόνο
περίσσια τώρα η αντοχή μπορώ και την κερνάω
Και πίσω δε γυρνάω.

Σάββατο, 9 Ιουλίου 2011

Καλοκαίρι


Σκέψεις, μπερδεμένα μου νήματα.
Λεωφορεία, εισιτήρια, αγκαλιές ξενυχτισμένες στους σταθμούς
Με κοντομάνικα και με καπέλα με γείσο, ψαθάκι, με ροζ κορδελίτσα τριγύρω
Ξύδια, αντηλιακά. Ηλιοκαμένα συναισθήματα. Περιοδικά στις παραλίες να αναλύουν τις τάσεις της μόδας.
Βιβλία με άμμο ενδιάμεσα στα γράμματα, σελιδοδείκτης ένα κοχυλάκι
Φραπέδες όχι πια, τώρα ξενυχτάμε εθελούσια
Νυσταγμένα κοιτάγματα και αναίτια γέλια
Μεθυσμένα μου λόγια, μισό να συνταχτώ
πριν να αρχίσω ένα λόγο μακρόσυρτο, ασυνάρτητο
βαριεστημένο, ερωτευμένο, ντροπιαστικό
(όλο λέω αυτό που ποτέ δε θα πω)
Ξοδεύομαι, χάνομαι, λες δεν μου μεινε μνήμη
Οι μέρες γίναν στιγμές, στον αφρό απ' την πρύμνη


Σκέψεις


Από τότε που έγινε η πολιτική (από πάντα της) ένα καλά σκηνοθετημένο θέατρο για λίγους…
Από τότε που η ιστορία έγινε ερώτηση στο Trivial
Από τότε που η λογική έγινε σοβαρότατο ποινικό αδίκημα…
Από τότε που η πρόχειρη ανάλυση του καφενείου έγινε επιτηδευμένος πολιτικός λόγος…
Από τότε που η γνώση έγινε  φίλη του πλούτου…
Από τότε που η χώρα έγινε κτήμα Μεγάλων Δυνάμεων…
Από τότε που ο λαός έγινε κληροδότημα μεταξύ πολιτικών οικογενειών…
Που γελοία τηλεπαράθυρα θρέφουν τη  βλακεία στο κεφάλι μας…
Που δημοσιογράφοι χαριεντίζονται σε ένα χορό εκατομμυρίων ευρώ…
Που οι νόμοι που ορίζουν τη μέρα μου καθορίζονται από διεθνείς αόρατους θεσμούς…
Που τα δικαιώματά μου τα ξέρουν όλοι εκτός από μένα…
Που οι μισθοί παρακρατούνται μια ζωή αλλά υγεία δεν παρέχεται…
Που η αγανάκτηση έγινε σύνθημα που ταιριάζει σε κάθε τοίχο…
Που τα σύνορα ανοίχτηκαν απλά για να ανθίζει το μίσος…
Που η αστυνομική βία απέναντι στον τοξικομανή είναι αποδεκτή όχι όμως η βία ενάντια στο παρακράτος…
Από τότε που η χώρα έγινε ασθενής επί χειρουργικής κλίνης –στα λόγια του δικτάτορα, του πρωθυπουργού, του ξένου μεγαλοκαρχαρία-…
…γελάω με τον παππού στο λεωφορείο που πήγε να πληρώσει με δραχμές και αναρωτιέμαι αν ποτέ θα καταφέρω να ζήσω τόσο ελεύθερη.
Από παιδί -γαμώτο μου- ποτέ δε μ’ άρεσε η Μονόπολυ.

Κυριακή, 19 Ιουνίου 2011

Ψευδοφάρμακα

Δυο άπειρα πρόχειρες μεταφράσεις

Τρίτη, 7 Ιουνίου 2011

Damnum Absque Injuria


Εισπνέεις και νομίζεις ότι κλείνεις στα πνευμόνια σου το οξυγόνο του κόσμου ολόκληρου
Κομπάζεις με το βλέμμα, το κορίτσι στην κερκίδα
Κουνάς λίγο τα χέρια σου –σε στυλ πρωταθλητή
Παίρνεις τη θέση σου στο βατήρα
Σκύβεις
Όλοι έχουν βουτήξει. Μα τι περιμένεις;
Αν δεις και γίνεσαι μωβ, γάμα το.  
Ανάπνεε.
Ή πέσε με τα μούτρα στο τσιμέντο.